We can stop here, this is bat country…
Αν και Σαλαμάνδρα, οι νυχτερίδες -σε αντίθεση με τους χαμαιλέοντες- με γοητεύουν. Είναι πλάσματα που κυκλοφορούν incognito. Είναι πλάσματα σιχαμερά για τον πολύ κόσμο και φιλικά για τους «weirdoes» και τα «creeps». «Γαλάζιες ερωμένες» που ξεπετάγονται μετά την δύση του ηλίου, κάτι σαν χαρακτήρες από τραγούδια των Tiger Lillies. Γριές πουτάνες που δεν ξυρίζουν τα πόδια τους, ουρολάγνοι μπαμπουίνοι με πολλά λεφτά, τραβεστί μαμάδες με τα έντερά τους απλωμένα στην απλώστρα και άλλες τραγικές/μαγικές φιγούρες.
Καθώς κυλούσα ένα πρωινό να πάω στην φωλιά μου είδα δυο από αυτές σε ένα θέαμα παράλογα ανθρώπινου. Πρωταγωνιστές δυο -από αυτές τις- τραγικές φιγούρες. Η μία πρωταγωνιστής του σήριαλ: «Η 3η ηλικία των 150€». Γυναίκα-30 κιλά εναπομένουσας σάρκας που πηγαινοέρχεται σε ένα καταφύγιο, ανάμεσα σε τετραώροφες πολυκατοικίες 5ετίας, που μπροστά της η παράγκα του Καραγκιόζη μοιάζει με αυθαίρετο στην Πεντέλη. Ο άλλος φιγούρα που κάποιοι θεωρούν κατσαρίδα που φεύγει με σπρέι που το κρατάς... με το δεξί χέρι μόνο. Ξανθός με σπαστή προφορά, ότι πρέπει να τους ρίξεις το φταίξιμο για όλα σου τα προβλήματα. Εγώ σαν πουτάνα γυναίκα, έστω σαλαμάνδρα που είμαι, έστησα αυτί να ακούσω τι είχαν να πουν ένας πιθανότατα Ρώσικης/Βαλκανικής καταγωγής πρόσφυγας-αλλοδαπός-wtf με μια ξεχασμένη απο τον χρόνο γιαγιά που έχει τόσα χρόνια μπροστά της όσα € της έχουν απομείνει σε λογαριασμό στην τράπεζα.
Η κυριούλα, λέει, είχε θέμα με τον κήπο της. Η κοτούλα που της έκανε αυγουλάκια (μέσα στην πρωτεύουσα) πέθανε, κάτι ξύλα από σπασμένα έπιπλα είχανε σπάσει και οι τσουκνίδες και τα αγριόχορτα, μάλλον, δεν της επέτρεπαν να πάει στην τουαλέτα που έχει έξω στον κήπο. Ο τύπος.. αυτός που μας παίρνει τις δουλειές, ήταν από πάνω μέχρι κάτω στις λάσπες, τα είχε καθαρίσει όλα, είχε πετάξει ένα σωρό μπάζα, νεκρά ζώα και είχε βάλει σε τάξη τον κήπο. Η κυριούλα που όλοι οι γείτονες την είχαν χεσμένη έτρεχε (λέμε τώρα) να δώσει κάτι που κρατούσε στο χέρι της, σαν πληρωμή, στον τύπο ενώ αυτός κουνούσε δεξιά-αριστερά το κεφάλι του, αρνούμενος την προσφορά της. Τελικά της είπε καλημέρα, έφυγε και δεν πήρε ποτέ τίποτα.
Πάλι καλά που δεν βλέπω τηλεόραση, γιατί κάπου άκουσα ότι αυτοί οι τύποι, τις γιαγιάδες τις βιάζουν πρώτα, τις σκοτώνουν ύστερα και κάνουν κακά στο πτώμα τους... όλα αυτά για να τους πάρουν την σύνταξη. Κοίτα να δεις!
Χρόνια πολλά...
η σαλαμάνδρα,
η Έφη.
Αν και Σαλαμάνδρα, οι νυχτερίδες -σε αντίθεση με τους χαμαιλέοντες- με γοητεύουν. Είναι πλάσματα που κυκλοφορούν incognito. Είναι πλάσματα σιχαμερά για τον πολύ κόσμο και φιλικά για τους «weirdoes» και τα «creeps». «Γαλάζιες ερωμένες» που ξεπετάγονται μετά την δύση του ηλίου, κάτι σαν χαρακτήρες από τραγούδια των Tiger Lillies. Γριές πουτάνες που δεν ξυρίζουν τα πόδια τους, ουρολάγνοι μπαμπουίνοι με πολλά λεφτά, τραβεστί μαμάδες με τα έντερά τους απλωμένα στην απλώστρα και άλλες τραγικές/μαγικές φιγούρες.
Καθώς κυλούσα ένα πρωινό να πάω στην φωλιά μου είδα δυο από αυτές σε ένα θέαμα παράλογα ανθρώπινου. Πρωταγωνιστές δυο -από αυτές τις- τραγικές φιγούρες. Η μία πρωταγωνιστής του σήριαλ: «Η 3η ηλικία των 150€». Γυναίκα-30 κιλά εναπομένουσας σάρκας που πηγαινοέρχεται σε ένα καταφύγιο, ανάμεσα σε τετραώροφες πολυκατοικίες 5ετίας, που μπροστά της η παράγκα του Καραγκιόζη μοιάζει με αυθαίρετο στην Πεντέλη. Ο άλλος φιγούρα που κάποιοι θεωρούν κατσαρίδα που φεύγει με σπρέι που το κρατάς... με το δεξί χέρι μόνο. Ξανθός με σπαστή προφορά, ότι πρέπει να τους ρίξεις το φταίξιμο για όλα σου τα προβλήματα. Εγώ σαν πουτάνα γυναίκα, έστω σαλαμάνδρα που είμαι, έστησα αυτί να ακούσω τι είχαν να πουν ένας πιθανότατα Ρώσικης/Βαλκανικής καταγωγής πρόσφυγας-αλλοδαπός-wtf με μια ξεχασμένη απο τον χρόνο γιαγιά που έχει τόσα χρόνια μπροστά της όσα € της έχουν απομείνει σε λογαριασμό στην τράπεζα.
Η κυριούλα, λέει, είχε θέμα με τον κήπο της. Η κοτούλα που της έκανε αυγουλάκια (μέσα στην πρωτεύουσα) πέθανε, κάτι ξύλα από σπασμένα έπιπλα είχανε σπάσει και οι τσουκνίδες και τα αγριόχορτα, μάλλον, δεν της επέτρεπαν να πάει στην τουαλέτα που έχει έξω στον κήπο. Ο τύπος.. αυτός που μας παίρνει τις δουλειές, ήταν από πάνω μέχρι κάτω στις λάσπες, τα είχε καθαρίσει όλα, είχε πετάξει ένα σωρό μπάζα, νεκρά ζώα και είχε βάλει σε τάξη τον κήπο. Η κυριούλα που όλοι οι γείτονες την είχαν χεσμένη έτρεχε (λέμε τώρα) να δώσει κάτι που κρατούσε στο χέρι της, σαν πληρωμή, στον τύπο ενώ αυτός κουνούσε δεξιά-αριστερά το κεφάλι του, αρνούμενος την προσφορά της. Τελικά της είπε καλημέρα, έφυγε και δεν πήρε ποτέ τίποτα.
Πάλι καλά που δεν βλέπω τηλεόραση, γιατί κάπου άκουσα ότι αυτοί οι τύποι, τις γιαγιάδες τις βιάζουν πρώτα, τις σκοτώνουν ύστερα και κάνουν κακά στο πτώμα τους... όλα αυτά για να τους πάρουν την σύνταξη. Κοίτα να δεις!
Χρόνια πολλά...
η σαλαμάνδρα,
η Έφη.





0 Comments:
Post a Comment